διάρραμμα

διάρραμμα
το см. διαρραφή

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "διάρραμμα" в других словарях:

  • διάρραμμα — το (Α διάρραμμα) συρραφή, συνένωση με ραφή …   Dictionary of Greek

  • διαρράμματος — διάρραμμα seam neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»